Συχνές Ερωτήσεις

Με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να
επιλυθούν όλες οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου και συμφωνήσουν να υπαχθούν στη
διαδικασία αυτή. Ενδεικτικά, τέτοιες διαφορές μπορεί να είναι οικογενειακές, κληρονομικές
διαφορές, υποθέσεις αστικής ιατρικής ευθύνης, από σχέσεις οροφοκτησίας,
εργατικές διαφορές, διαφορές για αξιώσεις ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της
προσωπικότητας, διαφορές μεταξύ οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής
ιδιοκτησίας και χρηστών, εμπορικών σημάτων, αγωγές χρέους, αγωγές αποζημιώσεως
από τροχαία ατυχήματα και πολλές άλλες.

Η διαμεσολάβηση έχει πολλά και σημαντικά πλεονεκτήματα, με κυριότερα την ταχύτητα επίλυσης της διαφοράς, την εξοικονόμηση κόστους, το απόρρητο της διαδικασίας και της επιλογής της έκβασης της υπόθεσης.

1) ταχεία επίλυση της διαφοράς

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης δίνει την δυνατότητα ταχείας επίλυσης της διαφοράς εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, πολύ μικρότερου από αυτού που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης στο δικαστήριο.

2) εξοικονόμηση κόστους

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι πιο συμφέρουσα οικονομικά από ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα που μπορεί να αποβεί πολυδάπανος, καθώς το κόστος αυτής είναι ελεγχόμενο, γιατί συμφωνείται εκ των προτέρων με το διαμεσολαβητή και βαρύνει και τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές κατ’ ισομοιρία.

3) απόρρητο της διαδικασίας

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης διεξάγεται σε ένα πλαίσιο εμπιστευτικότητας, που δεν επιτρέπει  να δημοσιοποιούνται ευαίσθητες πληροφορίες, οι οποίες αφορούν τα μέρη και τη διαφορά που τους απασχολεί. Πριν την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας.  Περαιτέρω, ο διαμεσολαβητής μπορεί να επικοινωνεί και να συναντάται με καθένα από τα μέρη ξεχωριστά και τις πληροφορίες που αντλεί, κατά τις επαφές αυτές με το ένα μέρος δεν επιτρέπεται να τις γνωστοποιεί στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του. Δημιουργείται με τον τρόπο αυτό ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την επίλυση της διαφοράς, που διαφυλάσσει τα μέρη από αρνητική δημοσιότητα και παράλληλα τα διευκολύνει να διατηρήσουν καλό κλίμα μεταξύ τους

Υποχρεωτική είναι μόνο η πρώτη αρχική συνεδρία για υποθέσεις οικογενειακές και εκείνες που το αντικείμενο της διαφοράς τους ξεπερνά το ποσό των 30.000,00 ευρώ και, αν δικάζονταν θα υπάγονταν στην Τακτική Διαδικασία του Μονομελούς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθώς και όταν υπάρχει σε ιδιωτική συμφωνία των μερών ρήτρα διαμεσολάβησης.

O Διαμεσολαβητής είναι ένα τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τα εμπλεκόμενα μέρη, το οποίο δεν έχει καμία σχέση και κανένα συμφέρον από την έκβαση της μεταξύ τους διαφοράς. Οφείλει να τηρεί αυστηρά τις διατάξεις της δεοντολογίας που περιλαμβάνονται στο νόμο και τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας και να λειτουργεί με ουδέτερο και αμερόληπτο τρόπο, τηρώντας απόρρητες τις πληροφορίες που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Ο Διαμεσολαβητής δεν ενεργεί ως δικαστής, καθώς δεν εκδίδει απόφαση και απαγορεύεται να επιβάλει στα μέρη τη λύση της δικής του επιλογής. Ο ρόλος του είναι να διευκολύνει την επικοινωνία και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία, εφόσον οι ίδιοι κρίνουν ότι αυτό ικανοποιεί τα συμφέροντά τους.

Ο διαμεσολαβητής ορίζεται με κοινή συμφωνία των μερών ή από τρίτο πρόσωπο της κοινής επιλογής τους, συμπεριλαμβανομένων των κέντρων διαμεσολάβησης.

Ο χρόνος, ο τόπος και οι λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες καθορίζονται από τον διαμεσολαβητή  σε συμφωνία με τα μέρη. Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία αμφότερων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, η διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Το πρακτικό διαμεσολάβησης δύναται να κατατεθεί στην γραμματεία του αρμόδιο Δικαστηρίου και αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περίπτωση ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 904 Κ. Πολ. Δ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης, σύμφωνα με το εδάφιο γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 293 Κ.Πολ. Δ. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο.

Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των μερών και του διαμεσολαβητή. Εάν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία η αμοιβή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία είναι 50€ και για κάθε ώρα διαμεσολάβησης μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται το ποσό των 80€ (Ν. 4640/2019).